Το χορόδραμα, ως είδος που θέτει την αφήγηση στο επίκεντρό του, συνδέεται με τελετουργικές πρακτικές αρχαίων πολιτισμών και συναντάται σε πολλές μη Δυτικές θεατρικές παραδόσεις. Εκεί λειτουργεί ταυτοχρόνως ως ψυχαγωγία και ως φορέας ιστορίας, μύθων και κοινωνικών αξιών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Χον [Khon] της Ταϊλάνδης, σύνθετη τέχνη που δραματοποιεί το έπος Ραμακιέν [Ramakien] με περίτεχνες προσωπίδες και ενδυμασίες, και το Κατακάλι [Kathakali] της Κεράλα, το οποίο συνδυάζει χορό, κωδικοποιημένο χειρονομιακό λεξιλόγιο (μούντρα [mudrā]) και στοιχεία πολεμικών τεχνών, αντλώντας το υλικό του κυρίως από τη Ραμαγιάνα και τη Μαχαμπαράτα.
Στην Ευρώπη, κατά τον 18ο αιώνα, οι χορογράφοι και θεωρητικοί Jean-Georges Noverre [Ζαν-Ζωρζ Νοβέρ] και Gasparo Angiolini [Γκασπάρο Αντζιολίνι] θεμελίωσαν, μέσα από παράλληλη και συχνά ανταγωνιστική πορεία, το μπαλέτο δράσης [ballet d'action]. Πρόκειται για το πρώτο είδος μπαλέτου στο οποίο ο χορός αφηγείται μια ενιαία ιστορία αποκλειστικά μέσω της κίνησης και της μιμικής. Ο Angiolini αντιμετώπιζε την πλοκή ως οργανωτική αρχή του έργου και το βήμα [pas] ως βασικό μέσο της χορευτικής αφήγησης.
Ο ιταλικός όρος coreodramma προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο είδος αφηγηματικών μπαλέτων, συνδεδεμένο με τον Salvatore Viganò [Σαλβατόρε Βιγκανό], ο οποίος στις αρχές του 19ου αιώνα δημιούργησε στο Μιλάνο έργα με τη μιμική ως βασικό αφηγηματικό στοιχείο. Ο Viganò απέρριψε τις αρχές του «καθαρού χορού» [danse d'école] και προέκρινε μια εκφραστική, ρυθμική κίνηση, ικανή να αποδώσει τις ψυχολογικές αποχρώσεις των χαρακτήρων. Η προσέγγισή του, την οποία εγκωμίασε ο Stendhal [Σταντάλ], εδραίωσε την αντίληψη του χοροδράματος ως αυτόνομης δραματικής μορφής. Χαρακτηριστικά έργα του υπήρξαν το Il Prometeo [Προμηθεύς] (1813), η Mirra, o sia La vendetta di Venere [Μύρρα ή Η εκδίκηση της Αφροδίτης] (1817) και ο Otello [Οθέλλος] (1818).
Στην αρχή της σωματικής αφήγησης βασίστηκαν πολλά μεταγενέστερα έργα του 19ου και του 20ού αιώνα, όπως η Λίμνη των κύκνων [Lebedinoe ozero], στην αναβίωση των Marius Petipa [Μαριούς Πετιπά] και Λεβ Ιβάνοφ [Lev Ivanov] (1895). Στη Γερμανία της δεκαετίας του 1930, ο όρος Tanzdrama συνδέθηκε με τον εκφραστικό χορό και με τον Kurt Jooss [Κουρτ Γιόος], του οποίου το Der grüne Tisch [Το πράσινο τραπέζι] (1932) απέδωσε πολιτική καταγγελία μέσω αυστηρά δομημένης χορευτικής δραματουργίας. Στη Σοβιετική Ένωση το αφηγηματικό μπαλέτο θεσμοποιήθηκε ως κυρίαρχο είδος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Spartak [Σπάρτακο] του Αράμ Χατσατουριάν [Aram Khachaturian] σε χορογραφικές εκδοχές των Ίγκορ Μοϊσέγιεφ [Igor Moiseyev] (1958), Λεονίντ Γιάκομπσον [Leonid Yakobson] (1962) και Γιούρι Γκριγκορόβιτς [Yuri Grigorovich] (1968). Στη Βρετανία το είδος καλλιέργησαν οι Antony Tudor [Άντονυ Τιούντορ], Frederick Ashton [Φ ρέντερικ Άστον] και Kenneth MacMillan [Κέννεθ ΜακΜίλλαν].
Το χορόδραμα διακρίνεται από συγγενή είδη ως προς τη λειτουργία της αφήγησης. Στο αφηρημένο μπαλέτο, όπως το καλλιέργησε ο George Balanchine [Ζωρζ/Τζωρτζ Μπαλανσίν], η δράση αποβάλλεται και η κίνηση υπηρετεί τη μουσική δομή και τη σχέση των σωμάτων στον χώρο. Στο χοροθέατρο, που συνδέθηκε με την Pina Bausch [Πίνα Μπάους], η γραμμική αφήγηση διαρρηγνύεται προς όφελος αποσπασματικών, συχνά επαναληπτικών σκηνών με έντονο συναισθηματικό και κοινωνικοπολιτικό φορτίο. Το χορόδραμα διατηρεί την ενιαία δραματουργική πλοκή ως οργανωτική αρχή. Στενή είναι η σχέση του με το μιμόδραμα: αμφότερα αφηγούνται χωρίς λόγο, όμως στο μιμόδραμα προτεραιότητα έχουν η μιμική χειρονομία και η πλαστικότητα του σώματος, ενώ στο χορόδραμα η αφήγηση συντελείται πρωτίστως μέσω της χορευτικής κίνησης.
Στην Ελλάδα ο όρος ταυτίστηκε με το «Ελληνικό Χορόδραμα», που ίδρυσε το 1950 η χορεύτρια και χορογράφος Ραλλού Μάνου και εμφανίστηκε το 1951. Με συνεργάτες τον συνθέτη Μάνο Χατζιδάκι και εικαστικούς όπως ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Γιάννης Μόραλης και ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, η Μάνου διαμόρφωσε ιδιαίτερο ιδίωμα, συγκεράζοντας τον μοντερνισμό της δασκάλας της Martha Graham [Μάρθα Γκράχαμ] με τη λαϊκή και δημοτική παράδοση, το όραμα της «γενιάς του '30» και την αρχαία τραγωδία. Δημιούργησε έργα όπως Το καταραμένο φίδι και οι Έξι λαϊκές ζωγραφιές (1951) και η Μήδεια (1958), συμβάλλοντας στην καθιέρωση του μοντέρνου χορού στην Ελλάδα ως σύγχρονης τέχνης.